|
Κι εγώ θα μπορούσα να 'χω μια ζεστή
σπιτική γωνιά,
τρυφερές έγνοιες και καθημερινές χαρές.
Ευφρόσυνη θα
μπορούσε να περάσει η νιότη μου
σε μαλακά ελατήρια σε φαρδύ ασφαλτοστρωμένο δρόμο
πάνω.
Θα μπορούσα κι εγώ να πουλήσω την ψυχή μου στον
διάβολο,
κι όχι σαν το γερο-Φάουστ, αλλά με το νεαρό μου
αίμα
συμβόλαιο να υπογράψω για όλα τα θαύματα του κόσμου.
Κατόπιν, στα γεράματα,
μπορούσα να 'χω ξέγνοιαστες, νωχελικές ημέρες,
καθισμένη στη λιακάδα κάτω από τον ήσυχο ήλιο του
φθινοπώρου,
σαν το νοικοκύρη, που σόδιασε καρπούς από τις τρεις
εποχές,
να περιμένω το λευκό χιόνι του χειμώνα...
Μα εγώ ξεκίνησα να περιπλανιέμαι σ' άγνωστους
δρόμους και πόλεις -
τις άπιαστες χίμαιρες να κυνηγώ,
να τρέφομαι με κείνα τα φρούτα στο δρόμο,
που τα δυο μου μάτια κατορθώνουν να βρουν
και να φτάσουν τα δυο μου χέρια.
Κατάσπαρτος είναι αυτός ο δρόμος με πέτρες και
λακκούβες -
παραληρήματα, πλάνες, δόλιες οφθαλμαπάτες.
Μα εγώ δεν είμαι ούτε Φαρισαίος, ούτε Ιησουίτης,
κι ούτε παίζω θέατρο -
δεν λέω "αγαπώ", όταν δεν αγαπώ
και "δεν αγαπώ" - όταν αγαπώ.
Γι' αυτό τώρα διασχίζω σαν υπνοβάτης τη φωτεινή
μέρα
κ' οι άνθρωποι στρέφονται πίσω μου σαν πίσω από
αρκούδα...
Περπατώ και τραγουδώ, μ' αυτοί παραξενεμένοι μ'
ακούν.
-Αχ εσύ, τρελό μου κεφάλι ανυπότακτο,
θα γείρεις καμιά μέρα και συ, μαραμένο κ'
εξαντλημένο
σαν ηλιοτρόπιο σε ξηρασία.
ELISAVETA BAGRYANA
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου